τροπικός

τροπικός
η , ό[ν] 1.
1) тропический, относящийся к тропикам;

2) грам. τροπικό επίρρημα — наречие образа действия


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "τροπικός" в других словарях:

  • τροπικός — of the solstice masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικός — ή, ό / τροπικός, ή, όν, ΝΜΑ 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στις τροπές τού ηλίου, στα ηλιοστάσια 2. φρ. «τροπικοί κύκλοι» ή, απλώς, «οι τροπικοί» (αστρον.·γεωγρ.) οι δύο κύκλοι τής Γης πουτροπικός βρίσκονται εκατέρωθεν τού ισημερινού σε… …   Dictionary of Greek

  • τροπικός — ή, ό επίρρ. ά 1. που έχει σχέση με τις τροπές του ήλιου (τα ηλιοστάσια): Τροπικοί κύκλοι. 2. (για χώρες), που βρίσκεται κοντά στον Ισημερινό: Τροπικό κλίμα. 3. (γραμμ.), που δηλώνει τρόπο: Τροπικό επίρρημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τροπικά — τροπικός of the solstice neut nom/voc/acc pl τροπικά̱ , τροπικός of the solstice fem nom/voc/acc dual τροπικά̱ , τροπικός of the solstice fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικώτερον — τροπικός of the solstice adverbial comp τροπικός of the solstice masc acc comp sg τροπικός of the solstice neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικωτέραις — τροπικός of the solstice fem dat comp pl τροπικωτέρᾱͅς , τροπικός of the solstice fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικῶν — τροπικός of the solstice fem gen pl τροπικός of the solstice masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικόν — τροπικός of the solstice masc acc sg τροπικός of the solstice neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικαῖς — τροπικός of the solstice fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικαί — τροπικός of the solstice fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπικοῖς — τροπικός of the solstice masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»